LoRDWorld

Αέρας από την δροσερή Ξάνθη.

Κυριακή, Απριλίου 02, 2006

3μερο στο Βόλο (2)

Ημέρα 2η

Ξημέρωσε Πέμπτη 30 Μαρτίου...Ο υπογράφων, σαν γνήσιο παιδί του πρωινού, ξύπνησε στις 8+30. Οι απόπειρες και η αναμονή να ξυπνήσω τον Dj μας απέβησαν άκαρπες. Διάβασα λιγάκι και κατόπιν ντύθηκα και πήγα προς τον Φούρνο-Μπακάλικο το οποίο διατηρεί η κ. Κατερίνα (η μαμά της Μέλλω ντε) στην πλατεία του χωριού. Με υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο και με φιλοδώρησε με 3 ζεστές σπανακοτυρόπιτες. Ήταν αρκετά για να φτιάξει η μέρα μου. Πήγα στο πατρικό της Μέλλω, όπου με περίμενε με την Ιωάννα. Σε λιγάκι ήρθε και ο Χρήστος, φάγαμε όλοι μαζί και τα είπαμε. Ντύσαμε την Ιωάννα, με σκοπό να την πάμε στην μητέρα της.

Αφού την αφήσαμε, περιδιαβήκαμε τα σοκάκια του χωριού φτάνοντας σε ένα μαγευτικό ξέφωτο, στην ακμή του βουνού, πλατεία Χαζίνη αν θυμάμαι καλά. Ήταν γεμάτο δέντρα, γρασίδι και λουλούδια. Σαν ζωγραφιά, κάτι σαν το στρουμφοχωριό, αλλά πολύ πιο ζωντανό. Κάναμε τραμπάλα στα κλαδιά ενός τεράστιου πλάτανου, αφήσαμε το αεράκι να πάρει τις σκέψεις μας και αφού γίναμε κοινωνοί των παιδικών αναμνήσεων της Μέλλω από αυτό το μέρος, κινήσαμε προς το χωριό. Σταματήσαμε να δούμε την αναπαλαίωση ενός αρχοντικού, μηχανικοί βλέπετε, και κατευθυνθήκαμε προς το αυτοκίνητο.

Η Μέλλω, ως αυτόχθων κάτοικος, κανόνιζε το πρόγραμμα περιήγησης μας. Έτσι μας δήλωσε ότι την τρέχουσα ημέρα θα βλέπαμε Μηλιές, Βυζίτσα και τα λοιπά. Αντίρρηση δε φέραμε, πώς να αρνηθείς σε μια τέτοια γυναίκα, χαχαχα. Ξεκινήσαμε τελικά κατά τη μία το μεσημέρι. Περάσαμε Αγριά, Λεχώνια, και σταματήσαμε στον Άγιο Βλάσιο. Εκεί ήπιαμε καφέ στον καφενέ του φίλου της Μέλλω, του Στέφανου. Να είναι καλά το παλικάρι, μας του κέρασε.

Συνεχίσαμε τη διαδρομή μας και βρεθήκαμε των Πινακωτών, όπου σταματήσαμε και αγοράσαμε και φωτογραφική μηχανή (!), στην Βυζίτσα. Αράξαμε στην πλατεία και κοιτούσαμε τον χάρτη του χωριού. Τότε κάποιος από Χρήστο-Μέλλω, είπε «ρε σεις έχει ένα καταρράκτη, δεν πάμε να τον δούμε;» Ρωτήσαμε και μας είπαν ότι είχε μια μισάωρη διαδρομή μέσα στο βουνό. Η ενδυμασία δεν ήταν κατάλληλη, αλλά δεν πτοηθήκαμε. Πήραμε τον κατήφορο, μέσα από ένα στενό μονοπάτι. Ο καταρράκτης ακούγονταν αλλά δεν τον βλέπαμε και πολλές φορές αναρωτηθήκαμε αν χάσαμε το δρόμο μας, γιατί τα μονοπάτια συχνά διακλαδίζονταν. Περιτό να πώ για την φύση η οποία έχει αρχίσει να έρχεται σε οργασμό. Παπαρούνες, μαργαρίτες, κρινάκια και όλων των ειδών τα φυτά ήταν εκεί....Μέλλισες και πουλιά μας χάριζαν τον βόμβο και το τραγούδι τους τόσο απλώχερα, που νομίζαμε ότι το κάναν μόνο για εμάς. Σε 20 λεπτά είδαμε ένα καταρρακτάκο τόσο δα και απογοητευτήκαμε...είπαμε όμως ότι δεν παίζει θα έχει και συνέχεια. Και συνεχίσαμε. Σύντομα επιβραβευτήκαμε για την επιμονή μας αυτή. Μετά από ένα γεφύρι, εμφανίστηκε μπροστά μας ένας 10μετρος καταρράκτης ο οποίος αποζημίωσε, τρόπο τινά, τον «κόπο» μας. Αράξαμε σε ένα βράχο, βγάλαμε τις φωτογραφίες μας και κινήσαμε για τα πάνω. Φυσικά η άνοδος μας κούρασε παραπάνω, αλλά λιγάκι η ικανοποίηση της επίτευξης του στόχου μας και λίγο η σκέψη ότι κρασάκι και μεζές μας περίμεναν στο ταβερνάκι της πλατείας, μας έκαναν να μην σκεφτόμαστε την ανηφόρα. Έτσι αράξαμε και δοκιμάσαμε κόκκινο κρασάκι, σπετσοφάϊ, γίγαντες και «περιφερειακά» κάτω από ένα πλατάνι. Ο αέρας και η προσπάθεια μας είχαν ανοίξει την όρεξη και μετά από μια καλή οινοκατάνυξη, η κουβεντούλα προσέφερε την κατάλληλη χώνεψη.

Συνεχίσαμε με το αυτοκίνητο για Μηλιές, όπου ήπιαμε τον απογευματινό μας ελληνικό καφέ, που αλλού, στην πλατεία του χωριού. Γυρίσαμε σπίτι κάνοντας τον γύρω μέσω Καλών Νερών και Γατζέας. Αράξαμε στο σπίτι, ο Χρήστος αναλώθηκε στο βιβλίο του, ενώ ο υπογράφων ταρίφωσε τη Μέλλω στο τάβλι (Σορρυ Μελλάκι) στο θεσπέσιο μπαλκονάκι του σπιτιού. Η κυρία Κατερίνα μας περίμενε εντωμεταξύ με αγγινάρες αλλά πολίτα και κοτόπουλο χωριάτικο γεμιστό με τυρί, και φυσικά κρασάκι. Μπορούσαμε να της αρνηθούμε; Όχι βέβαια. Για αυτό απολαύσαμε μέχρι κορεσμού τις υπέροχες γεύσεις. Κατά τη 1 το βράδυ σηκωθήκαμε από το τραπέζι και ήταν η ώρα που θα λαμβάναμε δυνάμεις για την επόμενη ημέρα...